παστότζ̌ίκλα
Επίθετο

Αυτός που είναι πολύ λεπτός.


Παραδείγματα

Η Μαρίνα εν τρώει καθόλου τζ̌αι έγινε σαν την παστότζ̌ίκλα.
pithkiavlozampisa


Μα δε τούντην την κορούα ρε φίλε, που τες πολλές τες δίαιτες έγινε μια παστότζ̌ίκλα.


Συνώνυμα:

ξεραντζ̌ιάρης, καννίν, ξεραντζ̌ίάρης, -ισσα -ιν/-ικον, καννί

Αντώνυμα:

βόρτος, βόρτισσα, λόττα, βόρτος, βόρτισσα, λόττα

Προέλευση

Είναι σύνθετη λέξη από το επίθετο παστός 'λεπτός' και το ουσιαστικό τζ̌ίκλα 'τσίχλα' (γένος πουλιών).

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.