νουπάς
[nuˈpas]
Ουσιαστικό, αρσενικό

  1. Ο νεοσύλλεκτος φαντάρος, ο νέος.


Παράδειγμα

Είσαι νουπάς ακόμα, πρέπει να ακούεις τους παλιούς.

  1. (στην κοινότητα των γκέιμερς) Αυτός που είναι αρχάριος και άρα περιορισμένων ικανοτήτων ή  που, χωρίς να είναι αρχάριος, αποδεικνύεται μειωμένων ικανοτήτων.


Παράδειγμα

Παρατηρήσεις (γλωσσικές)

Πρόκειται για, σχετικά γνωστό, παράδειγμα λέξης που δημιουργήθηκε σε ένα συγκεκριμένο χώρο (στο στρατό) και στη συνέχεια η χρήση του επεκτάθηκε και στη γενική γλώσσα, αλλά και σε άλλους χώρους. Στην Ελλάδα χρησιμοποιούνται οι τύποι νουμπάς και  νιούμπης.


Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

2 σκέψεις για “νουπάς