βουνάριν
Ουσιαστικό, ουδέτερο

Παρατηρήσεις (γλωσσικές)

Χρησιμοποιείται κυρίως στις εκφράσεις αφήνω (κάποιον) βουνάριν και μένω βουνάριν.

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.