γαουρόβιλλος
Ουσιαστικό, αρσενικό

γαουρόβιλλα

  1. Ο βίλλος του γάρου, που είναι εντυπωσιακά μεγάλος.

  1. Αυτός που είναι πάρα πολύ αγενής και εκνευριστικός.


Παραδείγματα

Άτε ρα γαουρόβιλλα, τάρασσε το αυτοκίνητο σου που την μέση!


Τον γαουρόβιλλο, επούλλωσε μου το αυτοκίνητο μου! Που θα τον έβρω τωρά να μου πιερώσει την ζημιά;

Προέλευση

Σύνθετο από τα γάρος και βίλλος.

Παρατηρήσεις (γλωσσικές)

Η λέξη δεν χρησιμοποιείται στην κοινή νέα ελληνική, όπου όμως υπάρχει το ισοδύναμο βοϊδόπουτσα.

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.