καλλίτζ̌ιν
Ουσιαστικό, ουδέτερο

Διαβρωμένο όπλο.


Παράδειγμα

Ε καλλίτζ̌ιν τούτο το όπλο που μου εδώκαν, κοίτα άγιωμα που έσ̌ιη πάνω του.


Συνώνυμα:

, αγιωμένο

Αντώνυμα:

, τζ̌αινούρκο

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.