κοτσάνα
Ουσιαστικό, θηλυκό

Βλακεία, χαζομάρα.


Παραδείγματα

Σταμάτα να μιλάς, μόνο κοτσάνες πετάσσεις.


Επέταξε μια κοτσάνα η Μαρία, εγίνικε ρεζίλι σε ούλο το σχολείο.

Φράσεις

  • Αμολάω κοτσάνες.
  • Λέω κοτσάνες.
  • Πετάσω κοτσάνες.

Γράψτε ένα σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.