ψατζ̌ή
Ουσιαστικό, θηλυκό



  1. Αυτός που είναι εύστροφος, που έχει γρήγορες αντιδράσεις, το τζιμάνι.


Παράδειγμα


Συνώνυμα:

, τσ̌άκκος

Προέλευση

Η παλιότερη σημασία της λέξης ήταν 'δηλητήριο', από το *ψιάκιον, υποκοριστικό του μετγν. ψίαξ 'σταγόνα'.

Παρατηρήσεις (γλωσσικές)

1. Συχνά η λέξη χρησιμοποιείται ως άκλιτο επίθετο.

ψατζί

2. Η λέξη χρησιμοποιείται και στην Κρήτη, όπου εμφανίζεται ως ουδέτερο ουσιαστικό, το ψακί, με την παλιότερη σημασία της (δηλητήριο), κυριολεκτικά και μεταφορικά.


Γράψτε απάντηση στο μῆτσος μαρτ. Ακύρωση απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Μια σκέψη για “ψατζ̌ή

  • μῆτσος μαρτ.

    Στὴν Κύθνο χρησιμοποιεῖται τὸ ρῆμα "ψακώθηκα" μὲ τὴν ἔννοια τοῦ "φαρμακώθηκα", Ἐπίσης τὸ "ψακωμένος" μὲ τὴν ἴδια ἔννοια.